Τραμπ και Ιράν: Η στρατηγική της διαρκούς έντασης και της τελευταίας στιγμής υπαναχώρησης
Η πολιτική του Τραμπ απέναντι στο Ιράν φαίνεται να ακολουθεί ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο διαρκούς κλιμάκωσης, έντονων απειλών και τελικά νέων παρατάσεων για διαπραγματεύσεις.
Ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται να ανεβάζει συνεχώς τους τόνους, να προειδοποιεί για ολική καταστροφή και να παρουσιάζει την κατάσταση ως ζήτημα ωρών, μόνο και μόνο για να επανέλθει λίγο αργότερα με δηλώσεις περί «περισσότερου χρόνου» και πιθανότητας συμφωνίας. Πρόκειται για μια τακτική που πλέον μοιάζει περισσότερο με διαχείριση πίεσης μέσω πολιτικού και επικοινωνιακού σοκ παρά με μια ξεκάθαρη στρατηγική πολέμου ή ειρήνης. Το μοτίβο είναι σχεδόν πάντα το ίδιο.
Αρχικά, αφήνεται να εννοηθεί ότι η Τεχεράνη αναζητά συμφωνία και ότι υπάρχουν παρασκηνιακές επαφές. Στη συνέχεια ο Λευκός Οίκος εμφανίζεται αισιόδοξος ότι οι δύο πλευρές βρίσκονται κοντά σε κάποια συνεννόηση. Λίγες ώρες αργότερα όμως η ρητορική αλλάζει δραματικά. Ο Τραμπ μιλά για ολοκληρωτική καταστροφή, για τελεσίγραφα και για «καταιγίδα» που έρχεται αν το Ιράν δεν συμμορφωθεί άμεσα. Όταν όμως η ένταση κορυφώνεται και η διεθνής κοινότητα αρχίζει να φοβάται πραγματική ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, έρχεται ξανά μια νέα παράταση χρόνου και η υπόθεση επιστρέφει στο σημείο εκκίνησης.
Η δοκιμασμένη στρατηγική της πίεσης
Η στρατηγική αυτή βασίζεται στην έννοια της μέγιστης πίεσης. Ο Τραμπ επιχειρεί να κρατήσει το Ιράν σε μόνιμη αβεβαιότητα, δημιουργώντας την αίσθηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται πάντα ένα βήμα πριν από στρατιωτική δράση χωρίς όμως να περνούν τελικά το σημείο μη επιστροφής. Με αυτόν τον τρόπο εμφανίζεται στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών ως σκληρός και αποφασιστικός ηγέτης, ενώ παράλληλα αποφεύγει το τεράστιο πολιτικό και στρατιωτικό κόστος ενός νέου πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Η μέθοδος αυτή δεν είναι καινούργια για τον Τραμπ. Είχε εφαρμοστεί και κατά την πρώτη του προεδρική θητεία, ιδιαίτερα μετά τη δολοφονία του Ιρανού στρατηγού Κασέμ Σολεμανί, όταν για ημέρες ολόκληρος ο πλανήτης παρακολουθούσε με αγωνία το ενδεχόμενο γενικευμένης σύγκρουσης. Και τότε όμως η ένταση κορυφώθηκε χωρίς να οδηγήσει σε ολοκληρωτικό πόλεμο. Το βασικό ερώτημα πλέον είναι αν οι συνεχείς απειλές αποτελούν πραγματική πρόθεση στρατιωτικής επέμβασης ή αν χρησιμοποιούνται κυρίως ως εργαλείο διαπραγμάτευσης.
Οι επικριτές του θεωρούν ότι η τακτική αυτή φθείρεται όσο επαναλαμβάνεται, καθώς κάθε νέα «τελική προειδοποίηση» που δεν οδηγεί σε άμεση δράση μειώνει την αξιοπιστία των αμερικανικών απειλών και επιτρέπει στην Τεχεράνη να κερδίζει χρόνο. Οι υποστηρικτές του αντίθετα πιστεύουν ότι ακριβώς αυτή η απρόβλεπτη συμπεριφορά αποτελεί το μεγαλύτερο διαπραγματευτικό του όπλο, αφού το Ιράν δεν μπορεί ποτέ να γνωρίζει αν ο Τραμπ μπλοφάρει ή αν είναι πραγματικά έτοιμος να προχωρήσει σε στρατιωτικό χτύπημα.
Η μόνιμη κατάσταση «αναμονής» στη Μέση Ανατολή
Το αποτέλεσμα είναι μια Μέση Ανατολή που ζει σε μόνιμη κατάσταση αναμονής. Οι διεθνείς αγορές, οι τιμές του πετρελαίου και οι περιφερειακές δυνάμεις κινούνται πλέον με βάση τις δηλώσεις του Λευκού Οίκου, ακόμη κι όταν αυτές αλλάζουν μέσα σε λίγες ώρες. Η στρατηγική Τραμπ απέναντι στο Ιράν φαίνεται τελικά να στηρίζεται περισσότερο στη διαχείριση της αβεβαιότητας παρά στη σταθερότητα.
Η απειλή λειτουργεί ως πολιτικό εργαλείο και η συνεχής αναβολή της τελικής σύγκρουσης επιτρέπει στον ίδιο να κρατά ανοιχτές όλες τις επιλογές. Το ερώτημα είναι πόσο μπορεί να συνεχιστεί αυτός ο κύκλος χωρίς ένα λάθος υπολογισμό που θα οδηγήσει τελικά σε πραγματική ανάφλεξη στην περιοχή.